διάθεμα

διάθεμα, ατος, τό,
A disposition of the stars at one's nativity, Thrasyll.in Cat.Cod.Astr.8(3).101, S.E.M.5.53, Vett.Val.78.25,etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάθεμα — διάθεμα, το (Α) [διατίθημι] η εντολή …   Dictionary of Greek

  • διάθεμα — disposition neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθεμάτων — διάθεμα disposition neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθέματα — διάθεμα disposition neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθέματι — διάθεμα disposition neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθέματος — διάθεμα disposition neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.